Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας» και το αναπτυξιακό αδιέξοδο της χώρας



Την τελευταία ιδιαίτερα περίοδο γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η ελληνική κοινωνία έχει οδηγηθεί σε ένα πραγματικό αναπτυξιακό αδιέξοδο. Πρόκειται για ένα αδιέξοδο όχι «διαχειριστικό», δηλαδή προϊόν μόνο αποτυχημένων κυβερνητικών επιλογών και πολιτικών, αλλά αποτέλεσμα της συνολικής πορείας της χώρας, ενός ολόκληρου τρόπου συγκρότησης της οικονομίας και της κοινωνίας της. Οι απλοί εργαζόμενοι μέσα από την προσωπική τους εμπειρία αντιλαμβάνονται πολύ καλά αυτό που αποτελεί το «κοινό μυστικό» του δικομματισμού και των δυνάμεων που τον στηρίζουν. Τα απανωτά «σταθεροποιητικά προγράμματα» μονόπλευρης λιτότητας και κατεδάφισης κοινωνικών κατακτήσεων εδώ και δυο δεκαετίες, οι πολιτικές «απορύθμισης» και «ανοίγματος» στις αδυσώπητες δυνάμεις της αγοράς, η στήριξη σε παλιές και νέες μονοπωλιακές καταστάσεις, όπως και η επένδυση στην ασύδοτη κερδοσκοπία, όχι μόνο δεν αντιμετώπισαν τα χρόνια προβλήματα, τις εσωτερικές αγκυλώσεις και την οικονομική καθυστέρηση της χώρας, αλλά την έκαναν ακόμη πιο ευάλωτη, ακόμη πιο εύθραυστη, ακόμη πιο προβληματική, ακόμη πιο «ανοιχτή» στις ιδιοτροπίες της παγκόσμιας αγοράς και τα βίτσια του διεθνούς μεγάλου κεφαλαίου.

Οι «συνταγές» πολιτικής που εφαρμόστηκαν δήθεν για να αντιμετωπίσουν τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας δεν άφησαν μόνο εξουθενωμένους τους εργαζόμενους και την εργατική τάξη, αλλά αποτέλεσαν καταλυτικό παράγοντα επιδείνωσης της συνολικής κατάστασης της χώρας. Όχι μόνο όξυναν παραπέρα τα διαρθρωτικά προβλήματα, που υποτίθεται ότι θα αντιμετώπιζαν, αλλά αποδυνάμωσαν ακόμη περισσότερο τον όποιο παραγωγικό ιστό της οικονομίας και την οδήγησαν σ’ ένα νέο φαύλο κύκλο κρίσης. Πρόκειται για μια βαθιά διαρθρωτική κρίση όπου κυριαρχεί ο ιδιαίτερα χαμηλός βαθμός αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, ένας απ’ τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και παγκόσμια, η μαζική χρόνια ανεργία, η ουσιαστική ανυπαρξία παραγωγικών επενδύσεων ακόμη κι απ’ το μεγάλο κεφάλαιο, καθώς και η πρωτοφανής έξαρση του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους ως αναγκαστική εκδήλωση της όλο και ευρυνόμενης ψαλίδας ανάμεσα στην εικονική οικονομική μεγέθυνση της χώρας και στην πραγματική αναπτυξιακή της δυναμική.

Πίνακας 1: Βαθμός αξιοποίησης παραγωγικού δυναμικού στην Ελλάδα και την ΕΕ (%)

Ελλάδα
ΕΕ-15
Ευρωζώνη
Μέσος όρος 1985-‘90
75,9
81,0
81,2
Μέσος όρος 1990-’95
76,0
81,5
81,5
1995
76,6
82,8
82,5
1996
75,6
81,0
80,6
1997
74,4
81,8
81,3
1998
75,8
83,3
83,2
1999
75,7
81,9
82,2
2000
78,1
83,8
84,2
2001
77,6
83,1
83,6
2002
77,0
81,0
81,2
2003*
75,8
80,8
81,1
2004*
75,0
81,0
81,5
* Εκτιμήσεις
Πηγή: Eurostat και DG ECFIN

Πίνακας 2: Εξαγωγική επίδοση και εισαγωγική διείσδυση στο σύνολο της μεταποίησης (%)
Περίοδος
Εξαγωγική επίδοση
Εισαγωγική διείσδυση
1997
28,7
49,5
1998
28,1
51,5
1999
27,2
50,6
2000
27,0
52,3
2001
26,1
54,2
2002
25,0
55,0
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας

Η κρίση και η παραγωγική υποβάθμιση, η επιδείνωση των εγγενών αδυναμιών, η απουσία σοβαρών επενδύσεων σε σύγχρονους παραγωγικούς τομείς, η διαρκής αύξηση των εισαγωγών με παράλληλα πλήγματα στην εγχώρια παραγωγή που ήδη πνέει τα λοίσθια, η προβληματική κατάσταση ολόκληρων τομέων της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, η ανυπαρξία ουσιαστικά επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας συνδεδεμένης με την παραγωγή, η καταχρέωση της χώρας και η απόλυτη χειροτέρευση της θέσης της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, συνθέτουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας και των επιτευγμάτων της «ισχυρής Ελλάδας», για την οποία πανηγυρίζει η κυβέρνηση. Η δραματική εισοδηματική κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι της χώρας, η έκρηξη της μαζικής ανεργίας, η καταχρέωση των εργατικών νοικοκυριών, η εργασιακή αβεβαιότητα, η κοινωνική ανασφάλεια, ο εφιάλτης της φτώχειας, η ταχύτατη μετατροπή των όποιων θέσεων μόνιμης εργασίας σε θέσεις προσωρινής απασχόλησης, ή «ευλύγιστης εργασίας» δίχως καμιά κατοχύρωση, δεν είναι απλά και μόνο συνέπειες των ταξικά ανάλγητων πολιτικών της κυβέρνησης, αλλά οργανικό συστατικό της συνολικής εικόνας της ελληνικής οικονομίας.

Πίνακας 3: Σύγκριση κατά κεφαλή ΑΕΠ σε τρέχουσες Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (μέσος όρος των 15 χωρών της ΕΕ = 100)


ΕΟΚ/ΕΕ
Ελλάδα
ΕΟΚ - 6
1961
106
47
ΕΟΚ - 9
1973
108
63
ΕΟΚ - 10
1981
106
69
ΕΟΚ - 12
1986
98
63
ΕΕ - 15
1995
100
66
ΕΕ - 15
2001
100
65
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 50 χρόνια στοιχείων για την Ευρώπη (1952-2001), έκδοση 2003.

O επίσημος μύθος της «ισχυρής Ελλάδας» θέλει τη χώρα να έχει συγκλίνει με τα επίπεδα των ανεπτυγμένου πυρήνα της ΕΕ. Ακόμη κι αν χρησιμοποιήσει κανείς ως μέτρο σύγκρισης το ΑΕΠ, η εικόνα αποτυπώνεται στον πίνακα 3. Η Ελλάδα παρά την οικονομική μεγέθυνση των τελευταίων χρόνων, δεν έχει ουσιαστικά κατορθώσει να ξεπεράσει το επίπεδο του 1981. Όμως ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι η χώρα υποχωρεί συνεχώς στο περιθώριο του παγκόσμιου εμπορίου, ακριβώς την εποχή ενός βίαια επιβεβλημένου «εξαγωγικού προσανατολισμού» της. Κάτι που φαίνεται καθαρά από τον πίνακα 2, όπου η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας επιδεινώνεται συνεχώς, ενώ η εισαγωγική διείσδυση έχει πλέον ξεπεράσει αρκετά το 50%. Όταν στη δεκαετία του ’80 η εισαγωγική διείσδυση δεν ξεπερνούσε το 40% Η Ελλάδα χάνει όλο και περισσότερο τη σημασία της ακόμη και σαν απλή αγορά εμπορευμάτων κι υπηρεσιών στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας. Κι αυτό την ίδια στιγμή που η χώρα κι η οικονομία της έχει μετατραπεί ουσιαστικά σε εμπορικό προτεκτοράτο μιας μικρής ομάδας ισχυρών οικονομιών, κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ. Ακόμη και με τους παραδοσιακούς ληστρικούς όρους του πολυεθνικού κεφαλαίου η Ελλάδα, ιδίως την τελευταία δεκαετία, δεν αποτελεί «πόλο έλξης» για σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις. Κι αυτό παρά την άγρια επιβολή συνθηκών «ανοιχτής οικονομίας» με καταστροφικό αντίκτυπο τόσο στην εγχώρια παραγωγή, όσο και στο επίπεδο αμοιβών και συνθηκών της εργασίας.

Πίνακας 4: Καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας (απαιτήσεις μείον υποχρεώσεις, υπόλοιπα έτους σε εκατ. ευρώ)

Περίοδος

Σύνολο
Άμεσες Επενδύσεις
Επενδύσεις χαρτοφυλακίου
Λοιπές επενδύσεις
Συναλλαγματικά διαθέσιμα
2000
- 53157,0
- 713,0
- 57426,0
- 1816,0
13208,0
2001
- 66856,0
- 7902,0
- 58430,0
- 7556,0
7032,0
2002
- 79566,0
- 6000,0
- 59683,0
- 22897,0
9014,0
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν και συνεχίζουν να εφαρμόζονται, μετέτρεψαν τη χώρα σε παράδεισο χρηματοπιστωτικής αγυρτείας κι απάτης. Ενώ σε συνδυασμό με την απευθείας κρατική τόνωση της πιο απροκάλυπτης κερδοσκοπίας μέσα απ’ την στήριξη επενδύσεων «κοινοτικής επιχορήγησης» και τις γνωστές εργολαβίες των «μεγάλων έργων», η οικονομία της χώρας έχει μεταβληθεί σε προνομιακή σφαίρα τοποθέτησης των πιο κερδοσκοπικών, των πιο παρασιτικών κεφαλαίων διεθνώς. Χαρακτηριστικός από την άποψη αυτή είναι και ο πίνακας 4. Η Ελλάδα δεν βιώνει απλά μια καθαρή επέλαση ξένων κερδοσκοπικών κεφαλαίων από τα οποία οι άμεσες επενδύσεις αντιστοιχούν σε πολύ λιγότερο από το 10% του συνόλου, αλλά και μια τεράστια καθαρή αιμορραγία κεφαλαίων της τάξης των 79 δις ευρώ και πλέον για το 2002, όταν την ίδια χρονιά το ΑΕΠ της χώρας ανερχόταν σε τρέχουσες τιμές στα 141,35 δις ευρώ. Με άλλα λόγια η εκροή κεφαλαίου ανέρχεται στο 56% του ΑΕΠ, ιστορικό ρεκόρ κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης της χώρας.
Η κατάσταση αυτή αποτελεί σήμερα το βασικό «αντικίνητρο» όχι μόνο για την όποια παραγωγική ανάπτυξη της χώρας, αλλά ακόμη και για την προσέλκυση σοβαρών ξένων παραγωγικών επενδύσεων. Σε μια χώρα που λεηλατείται τόσο ανελέητα από τους πιο αδίστακτους κερδοσκόπους, δεν χωρούν παραγωγικές επενδύσεις προοπτικής, ακόμη κι απ’ τις πολυεθνικές.

Πίνακας 5: Συνολική μεταβολή του πραγματικού κατά μονάδα «εργατικού κόστους» και της μέσης κερδοφορίας του κεφαλαίου στην Ελλάδα (1990=100).


Πραγματικό «εργατικό κόστος»
Μέση κερδοφορία του κεφαλαίου
1991
91,2
102,1
1992
89,5
105,5
1993
88,2
107,5
1994
87,8
111,5
1995
89,2
110,0
1996
88,0
113,9
1997
89,8
112,7
1998
90,8
111,4
1999
88,9
116,4
2000
87,3
120,6
2001
85,1
128,2
2002*
84,7
133,4
2003*
84,0
137,5
2004*
82,7
142,0
* Εκτιμήσεις της Eurostat
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Eurostat και DG ECFIN

Την τραγική εικόνα της ελληνικής οικονομίας ήρθε να συμπληρώσει η είσοδος στην ΟΝΕ και η επιβολή του ευρώ. Μπορεί η ΟΝΕ και το ευρώ να μην αποτελούν τις αιτίες των προβλημάτων και των αδιεξόδων της χώρας, αλλά είναι πλέον πασιφανές ότι λειτούργησαν καταλυτικά στη δραματική επιδείνωση της συνολικής κατάστασης. Αποτελούν έναν ασφυκτικό «κορσέ», που προκαλεί ασφυξία στην οικονομία και την κοινωνία, δεν είναι παρά θανάσιμος «βρόγχος» στο λαιμό μιας ήδη προβληματικής και εξασθενημένης οικονομίας. Με την επιβολή του ευρώ η ελληνική οικονομία τέθηκε και τυπικά σε καθεστώς δημοσιονομικής κατοχής, μιας και δεν ορίζει πια ούτε το νόμισμά της, ούτε τη νομισματική της πολιτική, ούτε ουσιαστικά τα βασικά εργαλεία της δημοσιονομικής πολιτικής. Έτσι η χώρα μετατράπηκε και επισήμως σε έρμαιο των ιδιοτελών επιδιώξεων του ισχυρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταδικασμένη να «διαχειρίζεται» το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της διαδικασίας της «ενοποίησης» ώστε να αντλεί οφέλη το πολυεθνικό κεφάλαιο εντός και εκτός της ευρωζώνης.

Πίνακας 6: Γενική εισοδηματική κατάσταση νοικοκυριών στην Ελλάδα και την Ε.Ε 1995-2000.

Ελλάδα

Ε.Ε.

Νοικοκυριά που τα φέρνουν βόλτα

Δύσκολα (%)
79
46
Εύκολα (%)
21
54
Νοικοκυριά που διαθέτουν την δυνατότητα να αποταμιεύουν σε τακτική βάση 
Ναι (%)
10
42
Όχι  ή πολύ λίγο (%)
90
58
Βασικές ανάγκες που τα νοικοκυριά δεν μπορούν να καλύψουν (%)
Να έχουν θέρμανση αυτή που χρειάζονται 

45

14
Μια βδομάδα τον χρόνο διακοπές μακριά απ’ το σπίτι

54

30
Να αντικαταστήσουν τα φθαρμένα έπιπλα

78

41
Να αγοράσουν καινούργια ρούχα

34

14
Κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι κάθε δεύτερη μέρα

37

6
Να καλέσουν φίλους για ποτό ή φαγητό μια φορά την βδομάδα

47

15
Πρόσωπα στα νοικοκυριά που το πραγματικό τους εισόδημα καλύπτει (ή όχι) το αναγκαίο εισόδημα ώστε να ικανοποιούν βασικές ανάγκες
Δεν καλύπτει (%)
83
38
Μόλις που καλύπτει (%)
7
17
Καλύπτει (%)
10
45
Πηγή: Eurostat.

Με την είσοδο του ευρώ, οι άμεσες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας άρχισαν αμέσως να διαγράφονται ακόμη πιο δυσοίωνες. Κι αυτό δεν αφορά μόνο, ή κύρια στο κύμα ανατιμήσεων που έφερε το ευρώ, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι λειτουργεί καταλυτικά στην ταχύτατη αποσάθρωση της ελληνικής οικονομίας στο σύνολό της. Καταρχήν η ελληνική οικονομία έχει περιέλθει σε μια οξύτατη κρίση ρευστότητας. Αυτό σημαίνει ότι το ρευστό χρήμα σπανίζει στην αγορά και όσο περνά ο καιρός σπανίζει ακόμη περισσότερο. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο τις συναλλαγές στην αγορά, όπως φαίνεται άλλωστε κι από την έκρηξη των ακάλυπτων επιταγών, αλλά και του επιχειρηματικού χρέους το οποίο με την είσοδο του ευρώ άρχισε ξανά να καλπάζει ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει πια η δυνατότητα έκδοσης χρήματος με βάση τις εθνικές ανάγκες, αλλά και λόγω της συνεχιζόμενης παραγωγικής υποβάθμισης της ελληνικής οικονομίας, που δεν της επιτρέπει σοβαρές εξαγωγικές επιδόσεις, τότε η μόνη «διέξοδος» από την κρίση ρευστότητας είναι ο υπερδανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Μια δραματική πτυχή του υπερδανεισμού είναι και το δημόσιο χρέος, το οποίο στο σύνολο του μαζί με το στρατιωτικό χρέος αγγίζει πλέον το 170% του ΑΕΠ. Η έλευση του ευρώ μετέτρεψε το συνολικό δημόσιο χρέος, σε εξωτερικό  χρέος (εκφρασμένο σε σκληρό νόμισμα, το ευρώ) και έτσι διευκόλυνε αποφασιστικά να περάσει σχεδόν στο σύνολό του στα χέρια ξένων κερδοσκόπων. Κάτι που έκανε τη συνολική διαχείριση του χρέους ακόμη πιο δύσκολη, ακόμη πιο ανελαστική, πιο δαπανηρή και άκρως επικίνδυνη για τη χώρα. Σήμερα η τύχη της χώρας εξαρτάται ουσιαστικά από τα άμεσα κερδοσκοπικά συμφέροντα μια μικρής ομάδας ξένων χρηματοπιστωτικών ομίλων και «θεσμικών επενδυτών» της διεθνούς χρηματιστικής αγοράς. Όλο και περισσότερο η ομαλή συνέχεια της δημοσιονομικής και όχι μόνο λειτουργίας της χώρας εξαρτάται από τον ραγδαία αυξανόμενο δημόσιο δανεισμό, του οποίου ο ρυθμός είναι πια τέτοιος που όχι μόνο κατατάσσει τη χώρα στο «κλαμπ» των πιο υπερχρεωμένων οικονομιών του πλανήτη, αλλά κάνει πρακτικά αδύνατη τον όποιο δραστικό περιορισμό του, ή πολύ περισσότερο την αποπληρωμή του.
Η ανάγκη για χρήμα σε συνθήκες ευρώ έχει οδηγήσει στην επιτάχυνση της γενικευμένης εκποίησης του συνολικού δημόσιου πλούτου έναντι πινακίου φακής και προσφυγής σε ακόμη πιο επαχθείς και ληστρικές μορφές δανεισμού. Ταυτόχρονα η έλευση του ευρώ ως ενιαίου «γενικού ισοδύναμου» στην ευρωζώνη διευκόλυνε την  προσαρμογή του παραγωγικού προτύπου της χώρας στον μονοπωλιακό ανταγωνισμό των πολυεθνικών εντός και εκτός ευρωζώνης. Η όποια ανάπτυξη παρατηρείται πια παίρνει ακόμη πιο αποσπασματικό και εξαρτημένο χαρακτήρα, αφορά όλο και πιο καθαρά τομείς φτηνών υπηρεσιών, κυρίως στο εμπόριο και τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, όπως και τεχνολογικά υποβαθμισμένες παραγωγικές δραστηριότητες, εξαρτημένες σε μεγάλο βαθμό από την οικοδομή, τα «μεγάλα έργα» και τις κάθε είδους κρατικές προμήθειες. Ακόμη και οι επίσημοι οικονομικοί κύκλοι της χώρας αναγνωρίζουν ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα «ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας. Μόνο που το πρόβλημα της «ανταγωνιστικότητας» αποτελεί στην ουσία του πρόβλημα παραγωγικού προτύπου της ελληνικής οικονομίας και μεταβολής της στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας, σε οικονομία φτηνών υπηρεσιών, φτηνής εργασίας και ασύδοτης κερδοσκοπίας.
Βασική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ υπήρξε η ενίσχυση, ακόμη και με προκλητικό τρόπο, των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου, η ικανοποίηση των πιο κερδοσκοπικών ορέξεων των ντόπιων και ξένων κυρίαρχων οικονομικών συμφερόντων, όπως και η φιλελευθεροποίηση της αγοράς κατά τα πρότυπα των νέων μονοπωλιακών καταστάσεων στην παγκόσμια οικονομία και σύμφωνα πάντα με τις «υποδείξεις» της ΕΕ και των άλλων οργάνων της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» των πολυεθνικών. Την κατεύθυνση αυτή οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ υπηρέτησαν με υποδειγματική συνέπεια και αξιοσημείωτη κοινωνική αναλγησία, οδηγώντας τη χώρα σε κατάσταση εκρηκτικής πόλωσης ανάμεσα σ’ ένα μικρό κύκλο εντυπωσιακού παρασιτικού πλουτισμού και στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που τα φέρνει βόλτα με μεγάλη δυσκολία.
Την πολιτική αυτή το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να εμφανίσει ως «νέα ανάπτυξη». Μόνο που πρόκειται για να νέα μορφή του παλιού γνωστού τρόπου ανάπτυξης της Ελλάδας, που στηρίχθηκε ανέκαθεν στη φτηνή εργατική δύναμη με ελάχιστα και υπό αίρεση δικαιώματα, στην αποσπασματική και συμπληρωματική ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, στη απλόχερη προσφορά «πρόσθετων κερδών» ακόμη και μέσα από τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, την επιχειρηματική «αρπαχτή», την διασπάθιση του κρατικού κορβανά, όπως και στην ασφυκτική εξάρτηση. Το νέο στοιχείο είναι ότι η ακόμη πιο ασφυκτική μονοπωλιακή διάρθρωση της παγκόσμιας αγοράς από το πολυεθνικό κεφάλαιο και τα ανελαστικά πλαίσια που τοποθετούνται από τα διεθνή όργανά του, δεν επιτρέπουν σε μια χώρα σαν την Ελλάδα ούτε καν την περιορισμένη και προβληματική ανάπτυξη της παραγωγής που είχε εμφανίσει κάποιες δεκαετίες πριν.
Η κυβέρνηση ακολούθησε τη γνωστή πεπατημένη καταγράφοντας νέα ιστορικά ρεκόρ συμπίεσης των όρων και συνθηκών εργασίας, παράδοσης άνευ όρων στις κερδοσκοπικές ορέξεις του κεφαλαίου, αλλά και προκλητικής υποτέλειας. Έτσι, όπως φαίνεται και στον πίνακα 5, την τελευταία δεκαετία κατόρθωσε να συμπιέσει τις πραγματικές κατά κεφαλή έμμεσες και άμεσες αμοιβές της εργασίας, αυτό που χυδαία αποκαλείται «εργατικό κόστος», γύρω στο 17%. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες μειώσεις «εργατικού κόστους» στην ΕΕ, παρά το γεγονός ότι η χώρα διακρίνεται για το ιδιαίτερα φτηνό εργατικό δυναμικό και για το ουσιαστικά ανύπαρκτο «κράτος πρόνοιας». Την ίδια περίοδο η μέση κερδοφορία του κεφαλαίου γνώρισε άνοδο κατά 42%, μια από τις πιο μεγάλες ανόδους κερδοφορίας στα πλαίσια της ΕΕ.
Η ψαλίδα αυτή ανάμεσα στα κέρδη και στις αμοιβές της εργασίας αποτελεί την ουσία των οικονομικών και κοινωνικών αδιέξοδων που αντιμετωπίζει το μέσο εργατικό νοικοκυριό σήμερα. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικός ο πίνακας 6, με βάση τον οποίο το 79% των νοικοκυριών στην Ελλάδα, έναντι 46% στην ΕΕ κατά μέσο όρο, τα βγάζει δύσκολα πέρα. Ενώ στοιχεία πιο πρόσφατων ερευνών δείχνουν ότι η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για το μέσο νοικοκυριό.
Η επίσημη οικονομική μυθολογία στη δεκαετία του ’80 ήθελε όλα τα προβλήματα να πηγάζουν από μια δήθεν «έλλειψη κερδών», από «υπερβολικές» απαιτήσεις των εργαζομένων, από «αγκυλώσεις» της αγοράς και από την «κλειστή οικονομία» της χώρας. Σήμερα, η οικονομία και η κοινωνία ασφυκτιά κυριολεκτικά από την υπερπληθώρα κερδών, την απελπιστική συμπίεση του «εργατικού κόστους», την «απελευθέρωση» των πιο παρασιτικών και αντιπαραγωγικών μονοπωλίων της αγοράς και το «άνοιγμα της οικονομίας» στην ταχύτερη παραγωγική της περιθωριοποίηση διεθνώς. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση θριαμβολογεί για την ταχύρρυθμη «ανάπτυξη» της χώρας. Όμως, στην πραγματικότητα αυτό που παρατηρείται είναι μια πλασματική επέκταση της εσωτερικής ζήτησης, που στηρίζεται κυρίως στα εξής:
Πρώτο, στην αναγωγή ενός ολόκληρου συστήματος αγυρτείας και απάτης σε βασικό μοχλό της οικονομίας, μέσα από την προνομιακή ενίσχυση της κερδοσκοπίας στις χρηματαγορές, στην πιστωτική και χρηματιστική αγορά.
Δεύτερο, στην έκρηξη του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους σε επίπεδα πρωτοφανή για τα εισοδηματικά δεδομένα της χώρας.
Τρίτο, στη ραγδαία καταναλωτική επέκταση του κράτους μέσα από την πολιτική προμηθειών, την εκποίηση δημόσιας περιουσίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα «μεγάλα έργα» και τα γνωστά «κοινοτικά πλαίσια στήριξης».
Τέταρτο, στην υπερδιόγκωση του τομέα μη παραγωγικών υπηρεσιών, ιδιαίτερα του εμπορίου και της χρηματοπιστωτικής αγοράς, σε βάρος της παραγωγικής βάσης της οικονομίας.
Η πλασματική αυτή επέκταση χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι μιας πρωτοφανούς αναδιανομής εισοδήματος σε βάρος της εργαζόμενης κοινωνίας, όχι μόνο μέσα από την άγρια φορομπηχτική πολιτική της κυβέρνησης και τη χρόνια μονόπλευρη λιτότητα, αλλά και μέσα από την χρηματιστική κερδοσκοπία και την εξάρτηση του μέσου νοικοκυριού από τις τράπεζες ακόμη και για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του. Ταυτόχρονα τροφοδότησε και μια εντυπωσιακή διαδικασία ηθικής και πολιτικής σήψης, όπου τα απανωτά σκάνδαλα, η προκλητική διαφθορά σ’ όλα τα επίπεδα, το σκοτεινό παρασκήνιο κάθε σοβαρής πολιτικής εξέλιξης, τα πολλά ύποπτα πάρε-δώσε, οι προφανείς διαπλοκές και περιπλοκές πολιτικής και επιχειρηματικών συμφερόντων, η άμεση εμπλοκή της κυβέρνησης σε παιχνίδια κερδοσκοπίας, ο παραγκωνισμός και η καταρράκωση κάθε έννοιας δημοκρατικής νομιμότητας και τόσα άλλα γνώριμα χαρακτηριστικά της κυρίαρχης πολιτικής καθημερινότητας είναι απότοκα της γενικότερης κρίσης, του αδιεξόδου και της εξάντλησης των δυνατοτήτων του τύπου ανάπτυξης και του συστήματος διακυβέρνησης που έχει οικοδομηθεί στη χώρα μας. 
Η κατάσταση αυτή όχι μόνο δεν δημιούργησε «στέρεες βάσεις ανάπτυξης», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά εξάντλησε, κυριολεκτικά στράγγισε τη χώρα και το λαό της, θέτοντας σοβαρά ερωτηματικά βιωσιμότητας για το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, ακόμη και για το πιο άμεσο μέλλον.
Σήμερα έχει γίνει φανερό ότι η ίδια η φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η οικονομία και η κοινωνία της χώρας μας απαιτεί ριζικά διαφορετικές λύσεις, λύσεις ενταγμένες σε μια πορεία συνολικής ρήξης με το καθεστώς της υπερεκμετάλλευσης της φτηνής εργατικής δύναμης, των ασύδοτων, επιδοτούμενων και κερδοσκοπικών επιχειρηματικών συμφερόντων, του πολιτικού αυταρχισμού, της γραφειοκρατικής αγκύλωσης, της διαφθοράς και του παρασιτισμού του κράτους, της ασφυκτικής πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής εξάρτησης.
Στη σημερινή πολιτική που υποτάσσει τα πάντα στο κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους και στην αύξησή του, χρειάζεται να αντιπαρατεθεί μια ριζικά διαφορετική πολιτική η οποία πρέπει να βασίζεται σε νέα κριτήρια ανάπτυξης με επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων για απασχόληση, για παιδεία, υγεία, κοινωνική εξασφάλιση, προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και αποφασιστική συμμετοχή σ’ όλες τις διαδικασίες που τους αφορούν στην εργασία, την κοινωνία και στην πολιτική.
Χρειάζεται μια ριζικά διαφορετική πολιτική που υπογραμμίζει την αλληλεξάρτηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, με τον πιο πλατύ εκδημοκρατισμό, με την πολιτιστική αναγέννηση, με την κατάκτηση από τη χώρα μας μιας νέας, ισότιμης, εθνικά κυρίαρχης και ανεξάρτητης θέσης στο σύγχρονο κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου