Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Το δίκαιο της πυγμής


Μια άθλια αναβίωση των ηθών, των δογμάτων και της δικαιοπρακτικής του μεσαίωνα!


Με τη «δίκη» Μιλόσεβιτς περνάμε από την συνήθη καταπάτηση του διεθνούς δικαίου στην προκλητική του εκπόρνευση, στην ανοικτή μετατροπή του σε όπλο καταπίεσης και επιβολής του νόμου του ισχυρού. 

Όποιος κάνει τον κόπο να αναγνώσει το επίσημο «κατηγορητήριο» εναντίον του Μιλόσεβιτς, θα παρατηρήσει έκπληκτος την εντυπωσιακή απουσία τεκμηρίων ενοχής για τα εγκλήματα πολέμου που αποδίδονται στον πρώην πρόεδρο της Ο. Δ. Γιουγκοσλαβίας. Όμως, ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προσπάθεια να υποκατασταθεί αυτή η απουσία, με αγοραία πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα, με αποσπάσματα από ομιλίες και δηλώσεις του Μιλόσεβιτς, ώστε να εμφανιστεί τεχνηέντως ως βασικό τεκμήριο ενοχής η ίδια η πολιτική ιδεολογία του «κατηγορούμενου».

Αυτό που επιχειρούν να δικάσουν δεν είναι συγκεκριμένες πράξεις, αλλά πολιτικές αντιλήψεις που σύμφωνα με τους «κατήγορους» εντός και εκτός «διεθνούς δικαστηρίου» είναι στην πράξη συνώνυμες με την εθνοκάθαρση, τη γενοκτονία και τα κάθε λογής εγκλήματα πολέμου, αλλά και με τις γενεσιουργές αιτίες του ίδιου του πολέμου. Έτσι η «κατηγορούσα αρχή» ασκείται στην επιδίωξη να αποδείξει ότι ο Μιλόσεβιτς εμφορείται από κάποια «ιδεολογία του μίσους», η οποία με την σειρά της «ευθύνεται» για ότι εγκληματικό συνέβη κατά την διάρκεια των εμφυλίων πολέμων της Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του ’90.

Ο εκφασισμός του δικαίου μέσω των «ιδεολογιών του μίσους»

Μ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε την προσπάθεια να επιβληθεί με όρους «διεθνούς δικαίου» μια παλιά άκρως αντιδραστική αντίληψη που αναζητά τις ευθύνες και τις αιτίες εγκληματικών πράξεων, πρωταρχικά στη σφαίρα της ιδεολογίας, δηλαδή σε «ιδεολογίες του μίσους». Έτσι στοιχειοθετούνται ιδεολογίες «ποινικά κολάσιμες» και μη, αφεαυτού, εξ ορισμού και εκ προοιμίου. Κάτι που βολεύει εξαιρετικά τη συλλογική «ενοχοποίηση» με βάση αντιλήψεις και πιστεύω, την προληπτική μαζική και αδιάκριτη καταστολή, αλλά και τη «νόμιμη» καταπάτηση ακόμη και των πιο στοιχειωδών πολιτικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Την εφαρμογή αυτής της αρχής την έχουμε θαυμάσει σε πολλές χώρες από πολύ παλιά, κάθε φορά που η εξουσία επιχειρούσε να καταστείλει ανελέητα κάθε κοινωνικο-πολιτική αμφισβήτηση και διαμαρτυρία με πολιτικές δίκες σκοπιμότητας και στρατοδικεία.
Στην Ελλάδα χαρακτηριστική εφαρμογή αυτής της «δικαιακής αρχής» είχαμε από τα καθεστώτα της μετεμφυλιακής περιόδου, αλλά και της χούντας, όπου τα κατηγορητήρια των δικών σκοπιμότητας εμφάνιζαν τον μαρξισμό, τον κομμουνισμό, ως «εγκληματική ιδεολογία» και συνώνυμο της «κατασκοπείας υπέρ ξένης δύναμης» και της συνενοχής «σε εγκληματικές ενέργειες κατά του Έθνους». Στην βάση αυτή είχε απαγορευθεί η πολιτική δράση του ΚΚΕ, είχαν στηθεί τα γνωστά κολαστήρια «ιδεολογικής ανάνηψης», ενώ η απλή υπόδειξη ότι κάποιος εμφορείται από τις «εγκληματικές ιδέες του κομμουνισμού» μπορούσε να επιφέρει έως και την εσχάτη των ποινών. Το γεγονός ότι ο Μιλόσεβιτς δεν είναι σε καμμιά περίπτωση το πρότυπο του ενάρετου ηγέτη, του άδολου πατριώτη, ή του αγνού αγωνιστή, δεν κάνει λιγότερο αποκρουστική και άθλια την αναβίωση – που ορισμένοι μάλιστα εμφανίζουν και ως «βαθύτατα αριστερή στάση» – αυτής της λογικής των δικών σκοπιμότητας!

«Αν και η πολυφωνία αποτελεί μέρος εκ των ων ουκ άνευ της δημοκρατίας, ένα κράτος μπορεί να εμποδίσει την πραγματοποίηση πολιτικού στόχου, που θα έθετε σε κίνδυνο την εσωτερική ειρήνη και το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας, πριν η προς τον στόχο δράση λάβει συγκεκριμένη μορφή».
Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για την υπόθεση της απαγόρευσης του τουρκικού ισλαμικού Κόμματος της Ευημερίας…. και θεωρεί ότι το τουρκικό κράτος δεν έχει παραβιάσει στην περίπτωση αυτή το άρθρο 11 (περί της ελευθερίας οργάνωσης) της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Νέα 2/8/2001)

Η ποινικοποίηση του διεθνούς δικαίου

Το χειρότερο, όμως, απ’ όλα είναι η αποδοχή ενός δικαστηρίου (της Χάγης) και μιας «δικαιοσύνης», η οποία δεν έχει καμμιά πραγματική νομιμοποίηση – εκτός απ’ την ιμπεριαλιστική πολιτικο-στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ – να δικάσει τον οποιοδήποτε. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι αν το δικαστήριο είναι πραγματικά «διεθνές» ή όχι, αλλά για το αν μπορεί να υπάρξει «διεθνής ποινική δικαιοσύνη», είτε υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, είτε όχι. Το πρόβλημα μ’ ένα τέτοιο δικαστήριο δεν είναι απλά η καθαυτό συγκρότηση και στήριξή του, αλλά κυρίως με βάση ποια αντίληψη και πρακτική δικαίου, με βάση ποια νομολογία θα δικάζει και θα καταδικάζει, όπως επίσης και με ποια δύναμη αστυνόμευσης και καταστολής θα επιβάλει απ’ την συγκέντρωση των στοιχείων της «δικογραφίας», έως την εφαρμογή των αποφάσεων; Ένα τέτοιο δικαστήριο ακόμη και με την πλέον «αδιάβλητη» σύνθεση και στήριξη, στα πλαίσια του ΟΗΕ, ή όποιου άλλου «διεθνούς οργανισμού», αποτελεί την de facto επιβολή μιας ιμπεριαλιστικής ερμηνείας του δικαίου, όπως κι ένα διαρκές πρόσχημα επεμβάσεων, δημιουργίας προτεκτοράτων και πολεμικών επιχειρήσεων στο όνομα της «απόδοσης δικαιοσύνης».  
Για την ιστορία θα πούμε ότι η διαμάχη για την αναγκαιότητα και την δυνατότητα ύπαρξης «ποινικής δικαιοσύνης», που θα δικάζει εγκλήματα πολέμου και παραβάσεις των κανόνων διεξαγωγής ενός πολέμου, αναδείχθηκε για πρώτη φορά κατά την διάρκεια του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Οι ηγέτες της Τριμερούς Συμμαχίας (ΗΠΑ, Βρετανία, ΕΣΣΔ) με διακήρυξή τους στις 30 Οκτωβρίου 1943, έθεταν τις γενικές προϋποθέσεις για την απόδοση ποινικής δικαιοσύνης εναντίον όσων Χιτλερικών είχαν διαπράξει αποτρόπαια εγκλήματα πολέμου. Στην διακήρυξη αυτή αναλάμβαναν ως δέσμευση την παράδοση όσων διέπραξαν εγκλήματα πολέμου, στις χώρες και τους λαούς εναντίον των οποίων διαπράχθηκαν, για να δικαστούν απ’ τα ίδια τα θύματά τους. Ενώ για τους ηγέτες που διέταξαν αυτά τα εγκλήματα πολέμου, αλλά δεν συμμετείχαν ενεργά σε κάποια απ’ τις χώρες όπου διεπράχθησαν, οι συμμαχικές κυβερνήσεις επιφυλάσσονταν ν’ αποφασίσουν μετά το τέλος του πολέμου. Με βάση αυτή την διακήρυξη συγκροτήθηκε αργότερα (1946) στη Νυρεμβέργη, το «Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο» αποτελούμενο από έναν άγγλο, αμερικανό, γάλλο και ρώσο δικαστή για να δικάσει τα ηγετικά στελέχη του Ναζιστικού καθεστώτος.
Η αλήθεια είναι ότι οι σύμμαχοι αξιοποίησαν την διεθνή απαίτηση των λαών να πληρώσει ο φασισμός για τα εγκλήματα του, για να επιβάλλουν την δική τους ιδιότυπη, επιλεκτική και ιδιαίτερα συμφεροντολογική «δικαιοσύνη του νικητή». Τον ίδιο χαρακτήρα είχαν τόσο οι δίκες της Νυρεμβέργης, όσο και οι δίκες των Ιαπώνων εγκληματιών πολέμου. Στην πραγματικότητα, όμως και στις δυο περιπτώσεις οι δίκες είχαν σαν στόχο, απ’ την μια, να κατοχυρώσουν τον ρόλο των συμμάχων και κυρίως των Αμερικανών, ως δυνάμεων κατοχής στην Γερμανία και την Ιαπωνία. Κι απ’ την άλλη, να επεκτείνουν τον «απελευθερωτικό» τους ρόλο στην διάρκεια του πολέμου, σε ρόλο «αστυνόμευσης» στην μεταπολεμική περίοδο. Αυτό τον χαρακτήρα είχε και η δημιουργία του λεγόμενου «Συμβουλίου Ασφαλείας» στα πλαίσια του νεότευκτου ΟΗΕ.
Έτσι οι λαοί κρίθηκαν ανάξιοι να ξεκαθαρίσουν αφεαυτού, με τα δικά τους μέσα και τρόπους, τους ανοικτούς λογαριασμούς με τους ηγέτες τους. Ήταν το πρώτο βήμα για να θεωρηθούν επίσης ανάξιοι να καθορίσουν και την μοίρα τους μεταπολεμικά. Κάτι που ανέλαβαν εργολαβικά να το κάνουν στο όνομα της «ανθρωπότητας», τα νέα αφεντικά της μεταπολεμικής περιόδου. Μέσω και της ποινικοποίησης του διεθνούς δικαίου. Γι αυτό και η ίδρυση των «Διεθνών Στρατιωτικών Δικαστηρίων», ξεσήκωσε σημαντικές αντιδράσεις ήδη απ’ εκείνη την εποχή. Κι αυτό γιατί σε κάθε περίπτωση η απόδοση ποινικής δικαιοσύνης προϋποθέτει πάντα κάποιους νικητές, που επιβάλουν την θέλησή και τις αποφάσεις τους σε κάποιους ηττημένους, όπως επίσης και εκ των πραγμάτων είναι εξόχως επιλεκτική. Για τον λόγο αυτό ο Ινδός δικαστής στην δίκη των Ιαπώνων εγκληματιών πολέμου (1946), παραιτήθηκε και αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια παρωδία δίκης η οποία δικάζει μόνο τους εγκληματίες της μιας πλευράς, αλλά σε καμμιά περίπτωση τους εγκληματίες που διέταξαν την ρήψη της ατομικής βόμβας στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.
Από τότε ως σήμερα, χάρις στις αντιδράσεις της προοδευτικής ανθρωπότητας, ατόνησαν οι προσπάθειες των ιμπεριαλιστών να ποινικοποιήσουν περαιτέρω το διεθνές δίκαιο. Σήμερα, όμως, χάρις στις εξαιρετικά μειωμένες αντιστάσεις και χάρις σ’ αριστερούς τύπου Βωβού και συντροφία, επαναλαμβάνουν επί το χυδαιοδέστερο το εγχείρημα. Ακριβώς την ίδια εποχή που το διεθνές δίκαιο έχει μετατραπεί απ’ το ΝΑΤΟ και την ΕΕ κυριολεκτικά σε «μαγική εικόνα», σε κενό γράμμα, σε άδεια φράση.


ΕΜΠΡΟΣ, ΤΧ. 4Ο, 2003




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου